Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2014

Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ - ΜΕΓΑΛΟΣ ΣΕΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ







Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ
ΜΕΓΑΛΟΣ ΣΕΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
(σελίδα 139)


Πραγματοποιηθείσα προφητεία



Από την πρώτη έκδοση του βιβλίου

Δημήτρη Παπέϋ ΗΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ 

Λευκωσία - Ιούνιος 1999

ISBN 9963-8353-4-1





Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ



Την Ελλάδα και την πόλη την μεγάλη

κάποια μέρα θα χτυπήσει ο σεισμός

με θανάτους και ερήμωση και πόνο

που δεν έδωσε ποτέ στο παρελθόν.



«Στην μεγάλη πόλη την πανάρχαια. που Κήρυκας των Εθνών στάθηκε στον βράχο της για να κηρύξει τον μεγάλο Θεό,  ο θάνατος, η ερήμωση, ο σεισμός και ο πόνος καραδοκούν να δώσουν μεγάλο κτύπημα που ποτέ στον παρελθόν δεν έδωσαν».



ΔΙΕΥΚΡΙΝΗΣΕΙΣ



1.- Η μεγάλη πόλη της Ελλάδας, η πανάρχαια, που από τον ιερό της βράχο (Πνύκα) κήρυξε ο Κήρυκας των Εθνών (Απόστολος Παύλος) είναι η Αθήνα.


2.- Ο σεισμός προβλέφθηκε πως θα έφερνε μεγάλες καταστροφές ερήμωση, θάνατο και πόνο που ποτέ στα σεισμολογικά χρονικά δεν έχουν καταγραφεί τέτοιες συνέπειες.


(….παλαιότεροι τέτοιοι σεισμοί στις ίδιες περιοχές -Αθήνα το 1705 και Θεσσαλονίκη το 1902- είχαν πολύ μικρότερες κοινωνικές συνέπειες.) 
ΒΑΣΙΛΗΣ Κ. ΠΑΠΑΖΑΧΟΣ Ομότιμος καθηγητής Γεωφυσικής, Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης


Από 1.1.2004 έγινε επικαιροποίηση του αντισεισμικού κανονισμού που μείωσε της ζώνες στη χώρα από τέσσερις σε τρεις. Ουσιαστικά καταργήθηκε η πρώτη ζώνη, που ήταν η ασεισμική ζώνη. Δηλαδή η περιοχή που δεν έδινε σεισμούς.

 Κ. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ Διευθυντής του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου Αθηνών





ΕΠΑΛΗΘΕΥΣΗ

Ο σεισμός κτύπησε στις 7 Σεπτεμβρίου 1999 τρία χρόνια μετά από την συγγραφή της προφητείας και τρεις μήνες μετά από την πρώτη έκδοση του βιβλίου Δημήτρη Παπέϋ: Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ  







ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ



Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια


Σεισμός της Πάρνηθας το 1999
Ο σεισμός της Πάρνηθας του 1999, ευρύτερα γνωστός ως σεισμός της Αθήνας του 1999, με ένταση 5,9 στην Κλίμακα Ρίχτερ, έλαβε χώρα στις 7 Σεπτεμβρίου 1999, 14:56:50 τοπική ώρα, και προκάλεσε 143 με 152 θανάτους και ζημιές που έφτασαν τα 3 δισεκατομμύρια ευρώ. Είναι η δαπανηρότερη φυσική καταστροφή που έχει συμβεί ποτέ στην Ελλάδα και ο φονικότερος σεισμός των τελευταίων 50 ετών. Ο σεισμός, αν και όχι ιδιαίτερα 
ισχυρός, ενώ και η συνολική διάρκειά του ήταν μόλις 15 δευτερόλεπτα, προκάλεσε πολλές καταστροφές εξαιτίας της εγγύτητάς του στην Αθήνα, με επίκεντρο 18 χιλιόμετρα από το κέντρο της πόλης, ανάμεσα στις Αχαρνές Αττικής και τον Εθνικό Δρυμό Πάρνηθας, καθώς και του μικρού εστιακού βάθους, από 9 μέχρι 14 χιλιόμετρα. Στην επιφάνεια του εδάφους υπήρξαν ελάχιστες ρηγματώσεις και ήταν δύσκολο να βρεθεί η προέλευση του σεισμού.[1] Το Γεωδυναμικό Ινστιτούτο ανακοίνωσε αρχικά πως ο σεισμός προκλήθηκε από ρήγμα μήκους 15 χιλιομέτρων που καλύπτει την περιοχή μεταξύ Πεντέλης και Πάρνηθας. Με βάση τη μελέτη δορυφορικών δεδομένων που εξετάζουν την παραμόρφωση καθ' ύψος του εδάφους[2] που επιβεβαιώθηκε αργότερα από σεισμολογική μελέτη,[3] και έγινε το 2008 αποδεκτή και από το Γεωδυναμικό Ινστιτούτο[4] βρέθηκε ότι έγιναν δύο σεισμοί, έντασης 5,8 και 5,5 ρίχτερ, σε διαφορετικά ρήγματα και με διαφορά 3,5"ο ένας από
τον άλλο.


Ελευθεροτυπία, Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2009


ΒΑΣΙΛΗΣ Κ. ΠΑΠΑΖΑΧΟΣ Ομότιμος καθηγητής Γεωφυσικής, ΑΠΘ


143 χαμένες ζωές και 3 δισ. ευρώ...


ΤΩΝ: ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ, ΜΑΚΗ ΝΟΔΑΡΟΥ



Ο σεισμός έγινε στις 7 Σεπτεμβρίου 1999, στις 11:56':51'' (ώρα Greenwich).

Είχε το επίκεντρό του (38,06οΒ, 23,54οΑ) στη Δυτική Αττική, εστιακό βάθος 10 km, μέγεθος Μ=6,0 Ρίχτερ και προήλθε από ένα ρήγμα μήκους 15 χιλιομέτρων, με διεύθυνση σχεδόν Ανατολή - Δύση. Εγιναν μικροί προσεισμοί (με μεγέθη 3,7 ή μικρότερα) λίγες ώρες πριν, και ακολούθησαν αρκετοί μετασεισμοί, ο μέγιστος των οποίων είχε μέγεθος Μ=4,9 κι έγινε εννέα ώρες μετά τον κύριο σεισμό.

Σεισμοί αυτού του μεγέθους ή μεγαλύτεροι γίνονται σχεδόν κάθε έτος στη χώρα μας και γι' αυτό ο σεισμός αυτός ήταν ένα συνηθισμένο φυσικό φαινόμενο για την Ελλάδα. Ομως, παρά το μικρό του μέγεθος, προκάλεσε εκτεταμένες καταστροφές στη Δυτική Αττική (Ανω Λιόσια, Αχαρνές, Μεταμόρφωση, Θρακομακεδόνες) και σημαντικές βλάβες σε διάφορα μέρη της Αθήνας και του Πειραιά. Κατέρρευσαν 110 οικοδομές, κρίθηκαν κατεδαφιστέες (κόκκινες) 5.222 και επισκευάσιμες (κίτρινες) 38.165. Φονεύτηκαν 143 άνθρωποι, τραυματίστηκαν 1.600 κι έμειναν άστεγοι 50.000. Το συνολικό οικονομικό κόστος του σεισμού είναι της τάξης των 3 δισεκατομμυρίων ευρώ και γι' αυτό αυτός θεωρείται ο πιο δαπανηρός σεισμός που έγινε ποτέ στην Ελλάδα.

Είναι γνωστό ότι οι κοινωνικές συνέπειες ενός σεισμού (καταστροφές τεχνικών έργων, θάνατοι, τραυματισμοί κ.λπ.) εξαρτώνται όχι μόνον από τις φυσικές του ιδιότητες (μέγεθος, εστιακό βάθος κ.λπ.) αλλά και από τις ιδιότητες του δομημένου περιβάλλοντος που επηρεάζει (οριζόντια και κατακόρυφη έκταση της δόμησης, τρωτότητα των τεχνικών κατασκευών). Οι μεγάλες κοινωνικές συνέπειες του σχετικώς μικρού αυτού σεισμού της Αθήνας, καθώς και άλλων παρόμοιου μεγέθους πρόσφατων σεισμών της χώρας μας (Θεσσαλονίκη 1978, Καλαμάτα 1986, κ.λπ.), οφείλονται κυρίως στην πρόσφατη επέκταση του δομημένου περιβάλλοντος. Αυτό εξάλλου προκύπτει και από το ότι παλαιότεροι τέτοιοι σεισμοί στις ίδιες περιοχές (Αθήνα 1705, Θεσσαλονίκη 1902) είχαν πολύ μικρότερες κοινωνικές συνέπειες. Το συμπέρασμα αυτό πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη στην προσπάθεια βελτίωσης της αντισεισμικής προστασίας στη χώρα μας. Οι τεχνικοί μας γνωρίζουν καλώς το πρόβλημα και εναπόκειται στην Πολιτεία η αξιοποίηση αυτής της γνώσης.

Αυτός ο σεισμός έγινε σε μια περιοχή χαμηλής μέσης σεισμικότητας. 



Για τον λόγο αυτόν, ο αντισεισμικός μας κανονισμός, ο οποίος βασίζεται στη χωρική κατανομή της μέσης σεισμικότητας μόνο (και παραβλέπει τη χρονική μεταβολή της), προέβλεπε κατασκευή τεχνικών έργων σχετικώς υψηλής τρωτότητας για την περιοχή αυτή. Αυτή είναι η δεύτερη αιτία των μεγάλων συνεπειών του σχετικώς μικρού αυτού σεισμού αλλά και των άλλων παρόμοιων πρόσφατων σεισμών στη χώρα μας. Η μόνη λύση στο πρόβλημα αυτό είναι η θεσμική καθιέρωση πρόσθετων αντισεισμικών μέτρων, τα οποία να βασίζονται και στη χρονική μεταβολή της σεισμικότητας. Στη χώρα μας η σχετική σεισμολογική έρευνα έχει καταλήξει σε πρακτικώς εφαρμόσιμα τέτοια επιστημονικά αποτελέσματα και απαιτείται πολιτική πρωτοβουλία για την αξιοποίησή τους.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου